Οι Παλιοί Ήταν Αλλιώς

Έξι λόγοι για τους οποίους η παλιά Γιουροβίζιον, (και όταν λέω “παλιά” εννοώ τα ‘80ς και τα ‘90ς), ήταν καλύτερη από την σημερινή. 

 

Πρώτον. Ήταν black tie event. Στο κοινό έβλεπες την αφρόκρεμα της εκάστοτε χώρας στην τρίχα, ή αν δεν επρόκειτο για την αφρόκρεμα ήταν όλοι τόσο καλοντυμένοι ώστε δεν σε ένοιαζε περί τίνος επρόκειτο. Δυστυχώς σήμερα που τα πράγματα είναι «έλα όπως είσαι», δεν υπάρχει καμία αίγλη στο ακροατήριο που παραπέμπει συχνά σε όχλο. Τα κοστούμια και τα παπιγιόν αφαιρούν από τον αυθορμητισμό του ακροατηρίου θα μου πείτε. Κάνουν το θέαμα πιο «σοβαροφανές». Κι όμως οι Ιρλανδοί που το 1993 και το 1994 φώναζαν μέσα στο θέατρο «ολέ», «ολέ», δεν πτοήθηκαν από τα φράκα. 

 

Δεύτερον. Η αναμετάδοση ερχόταν από το υπερπέραν. Οι σχολιαστές και κυρίως η Εύη Παπαμιχαήλ που μας «μεγάλωσε» ακουγόταν λες και αναμετέδιδε τον διαγωνισμό από το φεγγάρι. Τέτοια ήταν η ποιότητα του ήχου. Αυτή η απόσταση προσέδιδε κύρος στο πρόγραμμα το οποίο φαινόταν να έρχεται «από μακριά» και αυτό το έκανε πιο μεγαλοπρεπές στα μάτια μας. Η μικρή Κύπρος συνδεόταν με τη... Νορβηγία π.χ., στην άλλη άκρη της Ευρώπης. Η φωνή από το υπερπέραν που κάποτε χανόταν στο διάστημα έκανε το όλο θέαμα στα μάτια μας να θεωρείται σχεδόν «κατόρθωμα». Τώρα, όλα θεωρούνται «κοντά».

 

Τρίτον. Δεν είχαμε ιδέα για τους ανταγωνιστές μας έως ώτου να προβληθούν όλα τα βίντεο κλιπ των συμμετεχόντων μαζεμένα. Αυτό γινόταν γύρω στο Πάσχα στο ΡΙΚ. Ολόχρονα ήμασταν στο σκοτάδι, δεν ξέραμε ούτε ποιος κέρδισε το Μελοντιφεστιβάλεν δυο μήνες πριν τον Μάιο, ούτε καν ποιος/α θα εκπροσωπούσε την Ελλάδα δεν είχαμε ιδέα. Θυμάμαι όταν είδα τον Διαγωνισμό του 1990 που αγωνιούσα να δω το βίντεο της Ελλάδος και ήλπιζα να ακούσω κάποιο μεγάλο όνομα (ήταν η πρώτη μου Γιουροβίζιον τότε), και όταν είδα τον Χρήστο Κάλλοου μέσα στο ταχύπλοο σκέφτηκα «ποιος είναι αυτός και τι δουλειά έχει στη Γιουροβίζιον;» Φυσικά το αγάπησα το τραγούδι με το πέρασμα των χρόνων και σήμερα το θεωρώ και καλτ. Αυτή η αγωνία για το ποιος θα πάει δεν έβγαινε προφανώς πάντα σε καλό. Αλλά γενικότερα την προτιμώ από το να ξέρουμε τους συμμετεχόντες μήνες πριν και ως τη μεγάλη βραδιά να τους έχουμε σιχαθεί και απομυθοποιήσει.

 

Τέταρτον.  Οι σκηνές, οι πίστες δηλαδή, είχαν χαρακτήρα. Και προ πάντων ήταν ίδιες για όλους. Όφειλες να ξεχωρίσεις μόνος σου πάνω στη σκηνή και όχι με τα γραφικά στο φόντο ή τα σκηνικά που κουβαλάς μαζί σου απ’ τη χώρα σου. Έπρεπε να ταιριάξεις εσύ στη σκηνή, όχι να ταιριάξει εκείνη επάνω σου. Σήμερα, όποιο Διαγωνισμό και να δεις, μοιάζει ο ίδιος. Αν δεν υπάρχει κάποιο χαρακτηριστικό σχήμα στη σκηνή όπως π.χ. πέρσι η κορνίζα στη Βασιλεία ή ο σταυρός στο Μάλμε, όλες οι σκηνές μοιάζουν ίδιες. Led screens παντού, κι Άγιος ο Θεός. Τώρα θα μου πεις, δεν είναι ωραίο που ο καθένας διαμορφώνει το φόντο του όπως γουστάρει; Θα συμφωνήσω ότι έχει κι αυτό τη χάρη του. Αλλά ο Διαγωνισμός δεν έχει μετά προσωπικότητα. Θα έπρεπε να διατηρείται κάποια ισορροπία, κατά τη γνώμη μου. 

 

Πέμπτον. Μου άρεσε να ακούω την ανακοίνωση της ψηφοφορίας ψήφο-ψήφο, αγγλικά και γαλλικά! Μπορεί η διαδικασία να είχε τον ατελείωτο, αλλά είχε περισσότερη αγωνία. Και σήμερα απολαμβάνω τη ψηφοφορία φυσικά, και θεωρώ σωστό που ανακοινώνουν ξεχωριστά το τελεβότινγκ, αλλά αν έλεγαν και τα των επιτροπών πόντο- πόντο θα ήταν ακόμα καλύτερα. Δεν υπάρχει χρόνος; Αν έκοβαν τις μαλακίες και τα thank you Vienna for a wonderful show που λένε όλοι άσκοπα σαν το ποιηματάκι, μια χαρά θα προλαβαίναμε.

 

Έκτον. Στο προσκήνιο ήταν το τραγούδι. Όχι ο ακτιβισμός του τραγουδιστή, όχι οι πολιτικές ή οι οικολογικές του ανησυχίες. Έβγαινε η Μπάρμπαρα Ντεξ, έλεγε το τραγούδι της, έφευγε, ούτε που την ξαναβλέπαμε. Αυτό ήταν Διαγωνισμός. Ούτε woke ατζέντα συγκαλυμμένη σε Διαγωνισμό όπως γίνεται τα τελευταία χρόνια, ούτε υπόγεια μηνύματα. Ευτυχώς από πέρσι είναι πιο ήπια η κατάσταση. 

Σχόλια

  1. Εγώ θα πρόσθετα επίσης ότι παλιά δεν ξέραμε τι γίνεται με τα στοιχήματα, ποια είναι τα φαβορί, ούτε τι διαδικασίες παίζονται παρασκηνιακά σχετικά με το πού θέλει η EBU να δώσει το βραβείο και κατά πόσο το θέλει και είναι έτοιμη η κάθε χώρα να φιλοξενήσει το διαγωνισμό, και είχαμε την εντύπωση ότι όλες οι χώρες διαγωνίζονται επί ίσοις όροις και ακόμα και η μικρή Κύπρος μας είχε ελπίδες νίκης. Τώρα μας ζαλίζουν τόσους μήνες με στοιχήματα και αποδόσεις λες και πρόκειται για ιππόδρομο, και ξέρουμε ήδη κάθε χρόνο από το Φεβρουάριο ότι υπάρχει ένα αδιαφιλονίκητο φαβορί που, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου έχει το βραβείο στο τσεπάκι, (π.χ. Σουηδία το 2023, Φινλανδία φέτος) ή το πολύ 2-3 χώρες που το διεκδικούν, ενώ όλοι οι υπόλοιποι έχουν χάσει ήδη και θα παλέψουν για τη 2η θέση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου